2003
Hellas Underwater Explorers - ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ λιμνησ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ 2003
Άρθρο: Γιώργος Πέτρου
Φωτός: Άγνωστο
Info: Βασίλης Γιαννόπουλος & Wikipedia
Η εξερευνητική ομάδα των Hellas Underwater Explorers πραγματοποίησε για μια ακόμη φορά καταδύσεις στο σπήλαιο της Βουλιαγμένης Αττικής.
Η ομάδα αποτελούμενη από τους Γιώργο Πέτρου (αρχηγό αποστολής), Γιώργο Βανδώρο, Σταύρο Οκταποδά έφθασε τα 80 μέτρα βάθος. Για το Γιώργο Βανδώρο και Σταύρο Οκταποδά ήταν η παρθενική τους κατάδυση στη Βουλιαγμένη. Σε ρηχότερο βάθος ήταν ο Βασίλης Μαύρος. Οι καταδύσεις πραγματοποιήθηκαν με απόλυτη επιτυχία και αποκαλύφθηκε άλλη μια φορά η ιδιαιτερότητα αυτού του σπηλαίου.
Η εξερεύνηση και μελέτη του άρχισε το 1989
από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας, σε συνεργασία με διεθνή ομάδα Σπηλαιοδυτών. Η είσοδος του σπηλαίου βρίσκεται σε βάθος 16 μ., στη βόρεια πλευρά της λίμνης Βουλιαγμένης. Ο κύριος άξονάς του έχει κατεύθυνση Βορρά-Νότο. Μικρότερες αίθουσες είναι διανοιγμένες στις πλευρές του κυρίως σπηλαίου και ακολουθούν συνήθως τις διευθύνσεις των ρηγμάτων και των διακλάσεων του πετρώματος.
Βρίσκεται περίπου 21 χμ. ΝΑ. της Αθήνας, στις παρυφές του όρους Υμηττός. Η εξερεύνηση και μελέτη του άρχισε το 1989 από την Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας, σε συνεργασία με διεθνή ομάδα Σπηλαιοδυτών.
Το σπήλαιο είναι διανοιγμένο μέσα σε μεταμορφωμένους ασβεστόλιθους (κατώτερο μάρμαρο) και σήμερα έχει κατακλυστεί εξ ολοκλήρου από ύδατα. Το μέσο βάθος του κυμαίνεται από -60 ως -100 μ., με χαμηλότερο σημείο οροφής στα -105 μ.
Σπηλαιολογία είναι ο κλάδος της γεωλογικής επιστήμης που ασχολείται με τη μελέτη των σπηλαίων ως φυσικά φαινόμενα. Τα αίτια δημιουργίας τους, η μορφολογία τους και τα ιζήματα που περιέχονται σε αυτά είναι οι βασικότερες ενότητες, τις οποίες μελετά ο κλάδος αυτός της γεωλογίας.
Η έρευνα των σπηλαίων αρχίζει από τη γεωλογική μελέτη. Αυτή επιτρέπει να σχηματίσει κανείς μια γενική πρώτη εικόνα προκειμένου να προγραμματίσει τον τρόπο εξερεύνησης και τα υλικά που θα χρειαστεί. Επιπλέον η γεωλογική μελέτη αποτελεί μεγάλο βοήθημα και προϋπόθεση για άλλες μελέτες που πιθανόν να ακολουθήσουν, όπως παλαιοντολογικές, βιολογικές, αρχαιολογικές, κ.λ.π.
Η μορφολογία ενός σπηλαίου συντελεί στη δημιουργία ενός ιδιόμορφου και σχεδόν σταθερού περιβάλλοντος μέσα σε αυτό. Στα ιζήματά του έχουν καταγραφεί όλα τα σημαντικά γεγονότα και οι μεταβολές που συνέβησαν, τόσο στο εσωτερικό του σπηλαίου, όσο και στον ευρύτερο εξωτερικό χώρο. Η διατήρηση στο χρόνο όλων αυτών των στοιχείων λίγο μπορεί να επηρεαστεί από οποιαδήποτε εσωτερική ή εξωτερική μεταβολή (καιρικές συνθήκες, κ.α.). Έτσι η μελέτη τους σήμερα από ειδικούς επιστήμονες δίνει μια πλήρη εικόνα της εξέλιξης και των γεωλογικών μεταβολών. Πολύ σωστά επομένως ορισμένοι έχουν αποκαλέσει τα σπήλαια «ένα παράθυρο στο παρελθόν».
Οι τεκτονικές κινήσεις, αλλά και οι ευστατικές μεταβολές του επιπέδου της θάλασσας είναι από τις κυριότερες αιτίες που πολλά σπήλαια στην Ελλάδα έχουν κατακλυστεί ολοκληρωτικά ή εν μέρει από ύδατα. Η εξερεύνηση και η μελέτη αυτών των σπηλαίων μέχρι πριν από μερικά χρόνια ήταν αδύνατη. Σήμερα όμως η εξέλιξη των τεχνικών της κατάδυσης και της αθλητικής σπηλαιολογίας έβαλαν τις βάσεις για μια νέα τεχνική εξερεύνησης, τη Σπηλαιοκατάδυση.
Τρία από τα κυριότερα προγράμματα σπηλαιοκαταδύσεων και μελέτης των αντίστοιχων σπηλαίων, αν και βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, έχουν δώσει σημαντικά αποτελέσματα
Είσοδος υποβρυχίου σπηλαίου
Το συνολικό μήκος των εξερευνημένων μέχρι σήμερα διαδρόμων ανέρχεται σε 3.123 μ. Το απώτερο σημείο, βρίσκεται σε απόσταση 788 μ. από την είσοδο, σε ευθεία γραμμή, βόρεια, κάτω από τα οικοδομικά τετράγωνα της ομώνυμης πόλης. Η μελέτη της μορφολογίας και της υδρολογίας του σπηλαίου οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κυρίως σπηλαιογένεση έγινε σε παλαιότερο επίπεδο του υδροφόρου ορίζοντα.
Αποτέλεσμα της μορφολογίας του σπηλαίου, της τεκτονικής, της στρωματογραφίας, του τύπου του ασβεστόλιθου και γενικότερα των θετικών για τη σπηλαιογένεση συνθηκών είναι οι μεγάλες, παλαιές και νέες, αποκολλήσεις και καταπτώσεις που παρατηρούνται στο σπήλαιο.
Η ανάμειξη των γλυκών υδάτων με το θαλάσσιο ύδωρ, που εισχωρεί διαμέσου των διακλάσεων του ασβεστόλιθου, παρατηρήθηκε ότι διενεργείται σε βάθος από -16 ως -40 μ. Στα ίδια βάθη περίπου διαπιστώνονται και μικρές αλλαγές της θερμοκρασίας των υδάτων, που σταθεροποιείται
από τα -40 μ. και κάτω στους 27ο C. Ο εντοπισμός, εξάλλου, διακόσμου και τραβερτινοειδών αποθέσεων δίνει στοιχεία για ύπαρξη ξηρού περιβάλλοντος σε παλαιότερες εποχές και γενικότερα για την παλαιομορφολογία της περιοχής.
Ταυτόχρονα με την εξερεύνηση και μελέτη του υποβρυχίου σπηλαίου, πραγματοποιήθηκε και επιφανειακή αναγνώριση της μορφολογίας της ευρύτερης περιοχής. Λαμβάνοντας υπόψη παλαιότερα στοιχεία, σε συνδυασμό με την επιτόπια έρευνα, εντοπίστηκαν τα ήδη γνωστά καρστικά έγκοιλα, το
σπηλαιοβάραθρο «Γερμανικό» και ο υποθαλάσσιος καρστικός αγωγός, γνωστός ως
«Πηγάδι» . Η έρευνα προχώρησε, επίσης, στον εντοπισμό και πολλών άλλων μικρών εγκοίλων, αλλά κυρίως τεσσάρων δολινών. Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο που προέκυψε ήταν ότι όλα αυτά τα υπόγεια και επιφανειακά καρστικά έγκοιλα έχουν δημιουργηθεί κατά μήκος μιας ευθείας με κατεύθυνση Βορρά-Νότο και ανήκουν στο ίδιο Καρστικό σύστημα.